Ο Τριαντάφυλλος Δαράβαλης σε μια συνέντευξη εφ’όλης της ύλης στην Αλεξάνδρα Γιαννακού και την “Φωτεινή πλευρά της ζωής”

Η χοάνη του Δήμου Θερμαϊκού μαζί με την Αλεξάνδρα Γιαννακού, μέσα από την εκπομπή  “η Φωτεινή πλευρά της ζωής”, φιλοξένησαν τον συγγραφέα και συντοπίτη μας κύριο Τριαντάφυλλο Δαράβαλη.

Σε μία δίωρη και ζεστή χαλαρή συνέντευξη, ο συγγραφέας μας μίλησε για τα δύο πρώτα του εκδοτικά μυθιστορήματα την «Οξεία εγγυτάτη» και το πιο  πρόσφατο τα  «Σκοτεινά φιόρδ». 

– Τριαντάφυλλε, θέλεις να μας πεις δύο λόγια για την “Οξεία εγγυτάτη” η οποία προηγήθηκε του τωρινού σου βιβλίου και να μας συστήσεις τον Άγγελο, τον πρωταγωνιστή των δύο αυτών μυθιστορημάτων σου;

H Οξεία εγγυτάτη είναι ένα μυθιστόρημα για τη δυναμική των σχέσεων. Εκτυλίσσεται πάνω και γύρω από ένα ιστιοπλοϊκό σκάφος στο Κεντρικό Ιόνιο, σε νησάκια, γραφικά λιμανάκια και απόμερες παραλίες για περίπου δέκα μέρες. Κεντρικός ήρωας ο Άγγελος, ο σκίπερ, ο κυβερνήτης. Θεσσαλονικιός αρχιτέκτονας, που από χόμπι κάνει περιστασιακά «σκιπεριλίκια». Η χαλαρή παρέα των άλλων επτά θα δοκιμαστεί και θα ξεπεράσει τα όρια της συνοχής της. Ο ίδιος ο Άγγελος, άγνωστος με τους άλλους επτά, θα μπλεχτεί στα δίχτυα του έρωτα με τον πιο αναπάντεχο τρόπο και με τον πιο απρόσμενο άνθρωπο.

– Ποια είναι η δική σου σχέση με τον Άγγελο και πόσο ταυτίζεσαι ή όχι με αυτόν;

Κάποιοι, που έχουν διαβάσει το βιβλίο και γνωρίζουν και προσωπικά εμένα, μου έχουν κάνει την ίδια ερώτηση. Όχι, τόσο η Οξεία εγγυτάτη, όσο και τα Σκοτεινά φιορδ, δεν είναι αυτοβιογραφικά. Πάντα όμως οι συγγραφείς βρίσκουν ευκαιρίες και περνάνε στα βιβλία τους και κάποιες προσωπικές τους ιστορίες, κάποια δικά τους βιώματα. Για παράδειγμα, στην Οξεία εγγυτάτη, ένα πρωί ο Άγγελος ξυπνάει από τον ήχο της μηχανής μια ψαρόβαρκας και του έρχονται αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία σε ένα νησάκι. Είναι οι δικές μου αναμνήσεις από τη δική μου παιδική ηλικία και το νησί δεν είναι άλλο από τους Παξούς.

– Από την “Οξεία εγγυτάτη” ένα ταξιδιωτικό και παρεΐστικο, καλοκαιρινό ανάγνωσμα, στα σκοτεινά φιορδ της Νορβηγίας. Ένα κατά κύριο λόγο ερωτικό μυθιστόρημα, που χωρίς να χάνει τις ταξιδιωτικές εικόνες και τα γευσιγνωστικά στοιχεία του πρώτου, αποτελεί ένα τελείως διαφορετικό άξονα γραφής. Πόσο δύσκολο ή εύκολο ήταν για σένα να στρέψεις τη γραφή σου σε ένα άλλο είδος;

Σωστά το θέτεις, τα Σκοτεινά φιορδ, παρότι αποτελούν τη συνέχεια της ιστορίας της Οξείας εγγυτάτης, είναι ένα αρκετά διαφορετικό βιβλίο. Εντούτοις ο τρόπος γραφής μου δεν έχει αλλάξει. Αναμενόμενα εξελίσσεται από το πρώτο στο δεύτερο βιβλίο κι αυτό είναι κάτι ζητούμενο. Νομίζω όμως και αναγνωρίσιμο, σε όσους έχουν διαβάσει και τα δύο.

-Πες μας κάποια πράγματα για τα “Σκοτεινά φιορδ”

Στα Σκοτεινά φιορδ η εστίαση έχει φύγει από την παρέα και μεταφέρεται στον έρωτα και στην εσωτερικότητα. Έναν έρωτα στην αρχή ζωοδότη, αλλά σταδιακά δυνάστη. Μια μεταφορική βουτιά στα σκοτεινά φιορδ της ανθρώπινης ψυχής, μια ενδοσκόπηση. Κι εδώ υπάρχει επίσης το ταξιδιωτικό στοιχείο όπως και η έντονη παρουσία της μουσικής, ακόμα πιο έντονη σε σχέση με το πρώτο βιβλίο.

– Γιατί στη Νορβηγία και στα φιορδ;

Εύκολη απάντηση… Αφενός γιατί ο έρωτας του Άγγελου, από το πρώτο βιβλίο, τυχαία ίσως, ήταν για μια Νορβηγίδα. Αφετέρου γιατί ένα ταξίδι στη Νορβηγία -και ειδικά στα φιορδ- ήταν και προσωπικό μου απωθημένο…

–  Ένα σημαντικό σημείο που θα ήθελα να σταθούμε και να σχολιάσουμε είναι ότι μαζί με την λεπτομερή αλλά καθόλου κουραστική αφήγηση και περιγραφή όσο αναφορά τα τοπία, τις γεύσεις και τα αρώματα, τις αισθήσεις και τα συναισθήματα, έντυσες τις ιστορίες σου με τραγούδια, δημιουργώντας έτσι στους αναγνώστες σου ζωντανές εικόνες συνοδευόμενες με ήχους, κάνοντάς τους έτσι να ζουν μία σχεδόν κινηματογραφική εμπειρία.

Ακριβώς αυτό επεδίωκα, την κινηματογραφική εμπειρία. Εξ’ ού και η λίστα με το soundtrack στο τέλος του βιβλίου, εξ’ ού και η αναφορά του κάθε τραγουδιού στο κατάλληλο σημείο μέσα στο βιβλίο, στο περιθώριο των σελίδων. Μάλιστα παρατίθεται και ένα QR-code, που αν το σκανάρει ο αναγνώστης θα μπορεί να ακούει την ανάλογη μουσική, ενώ διαβάζει. Η μουσική δεν είναι ένα «χαλί», μια υπόκρουση. Έχει άμεση σχέση με τα τεκταινόμενα.

– Από τι εμπνέεσαι; Τι είναι αυτό που σου δίνει την αρχική ιδέα μιας ιστορίας και τι είναι αυτό που σου δίνει την κάθε συνέχεια μέχρι το τέλος της;

Θα σου απαντήσω πρώτα το δεύτερο. Το στόρι και τη βασική δομή την έχεις από την αρχή, από τη στιγμή που αρχίζεις να γράφεις. Ξέρεις τι θέλεις να πεις και ξέρεις για παράδειγμα αν θα έχεις happy-end ή πιο δυσάρεστο τέλος ή τέλος με ανατροπές. Τώρα, για το θέμα, δεν υπάρχει μπούσουλας. Όπως κι ένας μουσικός ή ένας ζωγράφος, ο συγγραφέας μπορεί να εμπνευστεί από οτιδήποτε. Είτε του συμβαίνει, είτε παρατηρεί. Στο σημερινό κόσμο τα ερεθίσματα είναι πάμπολλα. Κάθε τόσο αντιγράφω το κείμενο κάποιας είδησης ή κάποιου άρθρου σε ένα φάκελο που τον ονομάζω «Ιδέες». Κάποιες τέτοιες ιδέες μπορεί στο μέλλον να καταλήξουν θέμα για κάποιο νέο βιβλίο.

– Μία συμβουλή για όσους θέλουν να ξεκινήσουν να γράφουν ή όσους γράφουν και θέλουν μία περαιτέρω συμβουλή;

Το γράψιμο είναι έκφραση. Είναι εξωτερίκευση συναισθημάτων. Οπότε, κάντε το! Μην το φοβάστε! Μπορεί να μη το εκδώσετε ποτέ, θα νιώσετε όμως όμορφα που το γράψατε. Σαν τον τροβαδούρο, που ποτέ δεν έβγαλε δίσκο, αλλά απολαμβάνει την κάθε φορά που τραγουδάει τα τραγούδια του. Κι αν καταφέρετε και εκδώσετε το έργο σας, μη βιαστείτε να απογοητευτείτε. Η επιτυχία συνήθως αργεί και απαιτεί προσπάθεια, υπομονή και συνέπεια.

– Πόσο εύκολο είναι εκδόσεις ένα βιβλίο; Το ταξίδι εννοώ από τη στιγμή που γράφεις τη λέξη «τέλος» μέχρι τη στιγμή που θα το δεις στα ράφια των βιβλιοπωλείων;

Δεν είναι εύκολο. Αν απλώς έχεις απωθημένο να εκδώσεις ένα έργο σου, μπορείς να κάνεις αυτοέκδοση, χρηματοδοτώντας το κόστος. Βέβαια, μετά αρχίζουν τα προβλήματα της τοποθέτησης στα βιβλιοπωλεία και της προβολής του βιβλίου. Δεν επέλεξα κάτι τέτοιο και ο λόγος είναι απλός: αφενός δεν είχα τέτοιο απωθημένο, αφετέρου ήθελα το έργο μου να αξιολογηθεί από κάποιον εκδοτικό οίκο και να προκριθεί σαν άξιο έκδοσης. Σε μια ευρύτερη θεώρηση, η ελληνική εκδοτική αγορά αντιμετωπίζει προβλήματα. Αν σκεφτείς πως συνήθως τα τελευταία χρόνια εκδίδονται πάνω από δέκα χιλιάδες τίτλοι κάθε χρόνο, ενώ οι τακτικοί αναγνώστες είναι μόλις μερικές εκατοντάδες χιλιάδες…

– Τι νέο να περιμένουμε;

Δεν έχω καθόλου σταματήσει να γράφω. Ίσως περισσότερο κι απ’ όσο διαβάζω. Στο σκληρό δίσκο του λάπτοπ μου υπάρχουν ήδη ένα ιστορικό μυθιστόρημα, τέσσερεις νουβέλες, δύο νεανικές νουβέλες και μια συλλογή διηγημάτων. Μάλιστα, ένα από αυτά τα διηγήματα πρόσφατα βραβεύτηκε από την Ένωση Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος.

–  Έχει γίνει ήδη μία παρουσίαση τον προηγούμενο μήνα στο κέντρο της πόλης και αύριο περιμένουμε τη δεύτερη στο καφέ “Λευκή σελίδα”  στους Νέους Επιβάτες. Τι να περιμένουν όλοι οι φίλοι μας που θα θέλαμε πολύ να είναι εκεί μαζί σου για να στηρίξουν;

Για ένα νέο συγγραφέα, το αρχικό κανάλι προβολής των βιβλίων του είναι μέσω των παρουσιάσεων. Και οι πρώτοι που στηρίζουν την προσπάθειά σου είναι οι συγγενείς, οι φίλοι και οι γνωστοί σου. Η επόμενη δική μου παρουσίαση, που ήδη προγραμματίζεται, θα γίνει τον επόμενο μήνα στην Αθήνα.

Στις δύο παρουσιάσεις του βιβλίου, μίλησαν ο ίδιος ο  συγγραφέας , η κ. Αναστασία Παπαδάμου, μουσικολόγος- εκπαιδευτικός και εγώ, όπου είχα τη χαρά να  δώσω και τη δική μου οπτική για το αναγνωστικό μου αυτό ταξίδι συντροφιά με την πένα του συγγραφέα.

Θα ήθελα να μοιραστώ και μαζί σας  τη γνώμη μου για αυτήν την αναγνωστική εμπειρία.

« Το ταξίδι αυτό είναι η συνέχεια της πρώτης εκδοτικής περιπέτειας του συγγραφέα, με τίτλο “Οξεία Εγγυτάτη». Ένα ιστιοπλοϊκό που, με τον καπετάνιο του τον Άγγελο ως κύριο πρωταγωνιστή της ιστορίας, μας περιπλάνησε στα ζεστά ελληνικά νησιά, τις φωτεινές ακρογιαλιές, τους φιλόξενους ανθρώπους, τις μεσογειακές παραδοσιακές γεύσεις και συνήθειες, τις  ολόγιομες καλοκαιρινές φεγγαράδες. Συμπρωταγωνιστές, η παρέα εφτά φίλων-ζευγαριών, σε μια καλοκαιρινή απόδρασή τους, με τις πλάκες, τα καβγαδάκια, τις μικροεκπλήξεις.

Ένα πρώτο ανάλαφρο, ταξιδιωτικό οδηγό- ανάγνωσμα, σαν καλοκαιρινό κοκτέιλ!

Κι έτσι όμως όπως το καλοκαίρι δεν κρατάει για πάντα και δίνει τη θέση του στον χειμώνα, κι όπως μετά τα ελαφριά κοκτέιλ, το ρίχνουμε καμιά φορά,  στα βαριά ποτά, έτσι και από την «Οξεία Εγγυτάτη» οδηγούμαστε τώρα στα «Σκοτεινά φιόρδ».

Στη μακρινή Νορβηγία. Με διαφορετικά μέσα μετακίνησης αυτή τη φορά, διαφορετικές εποχές και διαφορετικά συναισθήματα. Από ψηλά στα χαμηλά, από βόρεια στα νότια, από τη μία χώρα στην άλλη.

Ένας διαφορετικός τρόπος γραφής που στο πέρασμα των σελίδων του, περίτεχνα εξελίσσεται σε μία ρομαντική, ερωτική νουβέλα συναισθημάτων, με δύο κύριους πρωταγωνιστές αυτή τη φορά.

Γραμμές,  απλά καθημερινά γραμμένες,  αλλά συνάμα τόσο γλαφυρές,  που μεταφέρουν τον αναγνώστη στο σκηνικό του βιβλίου, κάνοντας τον,  αυτόματα,  κομμάτι της ιστορίας και των ανθρώπων της.

Μία ιστορία που ενεργοποιεί όλες τις αισθήσεις μας. Από τους γευστικούς μας κάλυκες, με γεύσεις, αρώματα, ποιοτικά χαρμάνια και πληροφορίες γευσιγνωσίας κάθε είδους, σε μουσικές -γνώριμες ή μη- αναζητήσεις, ζωντανές εικόνες με ταιριαστές χρωματικές παλέτες, σκηνογραφικές, τοπογραφικές και γεωγραφικές περιγραφές, καθώς και ιστορικές αναδρομές και επεξηγήσεις- που μας κάνουν, ίσως, να ανεβαίνουμε ένα ακόμα σκαλοπάτι των εγκυκλοπαιδικών μας γνώσεων-, και από κει στα περίπλοκα σταυροδρόμια των ανθρωπίνων σχέσεων.

Μια δύσκολη διαδρομή με ατρόμητο οδηγό το συναίσθημα, το ρομαντισμό, τον έρωτα που φτάνει στα άκρα,  και πιστό συνοδηγό τη φιλία που δείχνει το φως της σκοτεινής διεξόδου.

Ο συγγραφέας μας παρασέρνει στα χίλια κύματα του Δουνάβεως -που λίγο πολύ όλοι μας έχουμε περάσει- με μία γλυκιά αιχμή νοσταλγίας να ξύνει τη νωπή πληγή, αφήνοντας στο τέλος την νηνεμία ενός αισιόδοξου μειδιάματος.

Γεωγραφικές και τοπογραφικές συγκρίσεις με φωτογραφική ανάλυση. Εικόνες σαν βγαλμένες από cart postal που γεμίζουν τα μάτια των τουριστών-αναγνωστών.

Γεύσεις και οσμές που γαργαλούν τις αισθήσεις.

Η ανθρώπινη φυσική επαφή με τις συζητήσεις.

Τα ερωτικά αγγίγματα τόσο ζεστά και άμεσα που σχεδόν τα νιώθεις, τα ζεις.

Οι σκέψεις, οι ματιές, η μουσική που τα συνοδεύει και συνδυάζεται με την εποχή, τις στιγμές, έως και τον τίτλο του κεφαλαίου.

Εάν όλα αυτά μαζί τα συνδυάσουμε παίρνουμε τα κομμάτια ενός ολοκληρωμένου παζλ που θα κοσμεί για πολύ καιρό τις αναμνήσεις μας.

Αν λοιπόν έπρεπε με λίγες μόνο λέξεις να περιγράψω αυτό το βιβλίο, θα έλεγα πως μοιάζει

Σαν μία μπουκιά μοριακής κουζίνας που σε μία μόνο κουταλιά περικλείει όλη την ουσία!»

Αλεξάνδρα Γιαννακού

Share: